στερεοχρωμία

στερεοχρωμία
η стереохромия

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "στερεοχρωμία" в других словарях:

  • στερεοχρωμία — η, Ν μέθοδος στερέωσης τών χρωμάτων υδατογραφιών με διάλυμα πυριτικού καλίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γερμ. Stereochromie (< στερεός + χρωμία < χρωμος < χρώμα)] …   Dictionary of Greek

  • στερεοχρωμικός — ή, ό, Ν [στερεοχρωμία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη στερεοχρωμία …   Dictionary of Greek

  • στερεός — και στερρός, ά, ό / στερεός και στερρός, ά, όν, ΝΜΑ, θηλ. και στερεή και στερρή, και στέρεος, η ο, και στέριος, α, ο, Ν 1. αυτός που έχει πυκνή σύσταση, συμπαγής, σκληρός (α. «στερεά ουσία» β. «στερεὸν κέρας», Αριστοτ.) 2. ισχυρός, δυνατός, γερός …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»